Τα Τραγούδια του Μάλντορορ: Ένα έργο που άργησε να βρει την εποχή του

O Μπωντλαίρ, όταν τον κατηγόρησαν για λογοκλοπή, απάντησε πως στη λογοτεχνία δεν υπάρχει αερόλιθος, δηλαδή γέννηση από το τίποτα. Η φράση πέρασε στις μέρες μας ως γενική παραδοχή και επιχείρημα πολλών, που το βάφτισαν όμως επιρροή. Πέρα από αυτά όμως, αποτελεί μια αδιάψευστη αρχή πως κανένα έργο δε μπορεί να γεννηθεί, να μεγαλώσει χωρίς πρώτα να φιλτραριστεί, να ιδωθεί από το πρίσμα του πολιτισμού και της κουλτούρας του ατόμου που συνέλαβε την αρχική ιδέα, τον καλλιτέχνη. Για αυτό λοιπόν, έργα που παρουσιάζονται να μην έχουν καμία σχέση με την εποχή τους, καμιά συνάφεια με τα όσα γράφτηκαν πριν προξενούν τόση εντύπωση. Φαίνονται να λάμπουν σαν διάττοντες αστέρες, μοναχικά στην πρωτοτυπία τους, μα και εξίσου αυτοκαταστροφικά. Έργα που πραγματικά ανήκαν στο μέλλον και βρέθηκαν σε λάθος εποχή. Τέτοιο έργο είναι και το «Τα Τραγούδια του Μάλντορορ», του αινιγματικού Κόμη Λωτρεαμόν.

Ο Κόμης Λωτρεαμόν δεν ήταν κόμης, ούτε λεγόταν Λωτρεαμόν. Το όνομα αυτό προέρχεται από το μυθιστόρημα Λωτρεαμόν (Lautreamont) του Γάλλου Eugène Sue και υιοθετήθηκε από τον ευαίσθητο Ισίδωρο (Ιζιντόρ) Ντυκάς (1846-1870). Γεννημένος στο Μοντεβιδέο της Παραγουάης, από πατέρα Γάλλο διπλωμάτη και μητέρα από τα Πυρηναία, αποτελεί μια φυσιογνωμία, μια μυστηριώδη φιγούρα, για την οποία δεν γνωστά πολλά. Είναι όμως γνωστό ότι ήρθε στο Παρίσι για να φοιτήσει στη Σχολή Μεταλλειολόγων. Στη πόλη αυτή ξεκίνησε να γράφει και το διασημότερο έργο του, «Τα τραγούδια του Μάλντορορ». Πέρα από αυτό το έργο, έγραφε ποιήματα, κατάφερε μάλιστα να εκδώσει και μια συλλογή ποιημάτων γνωστή απλά ως «Ποιήματα». Πέθανε το 1870,σε ηλικία μόλις 24 χρονών, από άγνωστα αίτια.

Τα «Ποιήματα» του έκαναν κάποια αίσθηση, τα «Τραγούδια» του όμως πέρα από κάποιες ελλειμματικές αναφορές, δεν είδαν το φως της δημοσιότητας παρά αρκετά χρόνια ακόμα, εξαιτίας του φόβου που προκαλούσε το προκλητικό τους περιεχόμενο.

Ο λόγος είναι απλός. Το «Τα Τραγούδια του Μάλντορορ» αποτελεί μια υπερρεαλιστική κραυγή σε έναν κόσμο που κυριαρχούσε ο ρεαλισμός και η αναδιαμόρφωση του κοινωνικού Συμβολαίου. Όταν όλη η Ευρώπη κοιτούσε τον κόσμο και έψαχνε την καθαρή μορφή του, στηριγμένη μόνο στις αισθήσεις της και την επιστήμη, όταν η κοινωνία έβλεπε τον εαυτό της και εστίαζε στο δράμα των χαμηλότερων τάξεων, γιατί ουσιαστικά αυτές το καθιστούσαν απαραίτητο, ο Ντυκάς τα αγνόησε όλα αυτά και στράφηκε στον εαυτό του, σε μια ενδοσκόπηση που όμοια της ο κόσμος δεν είχε δει μέχρι τότε, και δε θα έβλεπε παρά 60 χρόνια αργότερα, με την ανάδυση του Υπερρεαλισμού.

Παρά τη μικρή τους έκταση, τα «Τα Τραγούδια» καλύπτουν κάθε πτυχή της ανθρώπινης δραστηριότητας, από τον έρωτα έως την οικονομία (αλήθεια, πόσο μακριά είναι άραγε αυτές οι έννοιες;) από τη πορνεία έως τη θαλάσσια ζωή. Ο Nτυκάς, με την δύναμη που φέρνει η άγνοια της εφηβείας κοίταξε μέσα του, είδε όμως όλο τον κόσμο. Παρέδωσε μια Θεία κωμωδία, χωρίς τίποτα το θείο, ή το κωμικό, με τη σημερινή έννοια.

Πολλοί προχωρούν στην ανάγνωση του έργου με την προκατάληψη ότι θα διαβάσουν το παραλήρημα ενός τρελού. Αυτό δε θα μπορούσε να απέχει περισσότερο από την αλήθεια. Η τρέλα, η πραγματική τρέλα, είναι ανίκανη να μεταδώσει τις έννοιες, τη πολυπλοκότητα και το εύρος των θεμάτων με τόση δυναμική. Ο Ντυκαςς ήταν θαρραλέος στα όρια του θράσους, ταυτόχρονα όμως διάθετε ξεκάθαρη οξύνοια. Χρησιμοποίησε το πρίσμα της τρέλας ώστε να μετατρέψει ένα φοβικό ακροατήριο σε δεκτικό κοινό. Σαν να έλεγε «Μη φοβάστε δε λέω την αλήθεια, είμαι μονάχα ένας τρελός» και να ξεγυμνώνει μετά τον κόσμο μέσα από λέξεις αιχμηρής ειλικρίνειας. Περισσότερο από όλα, ο Ντυκάς καυτηριάζει αυτό που ο Μπωντλαίρ αποκαλούσε Αστικό Πνεύμα, ουσιαστικά δηλαδή τα κοινωνικό συντηρητισμό που δεν άφηνε να αναπτυχθούν οι δημιουργικές δυνάμεις τόσο του καλλιτέχνη, όσο και της κοινωνίας. Αυτό στηλιτεύεται με ασύστολο κυνισμό.

Πέρα από τη θεματολογία του, η ομορφιά των ασμάτων είναι πραγματικά απίστευτη. Έχουν κάτι από στη στόφα των κλασικών αυτά τα περίεργα πεζά ποιήματα, εκλάμψεις κάλλους που η βουτηγμένη στη πίσσα Ευρώπη του 19ου δε θα μπορούσε να δει. Μπορεί κάποιος να δει υποψίες, όχι επιρροές, από το φάσμα του Μπωντλαίρ ή του Βοκάκιου ακόμα. Ένας λόγος αριστοτεχνικά δοσμένος με εξάρσεις και ταυτόχρονα λεπτότητα, δύναμη και ευαισθησία.

Το έργο του Λωτρεαμόν άργησε να αναγνωριστεί. Αρκετά χρόνια μετά το θάνατό του το 1870, και συγκεκριμένα το 1885 ο Max Waller δημοσίευσε απόσπασμα από τα «Άσματα του Μάλντορορ» στην βελγική επιθεώρηση Jeune Belgique. Στον 20ο αιώνα, ο λογοτέχνης Αλφρέντ Ζαρύ τόνισε επίσης την αξία του έργου του Ντυκάς και τότε τον αγκάλιασαν οι Υπερρεαλιστές και τον τοποθέτησαν στη λίστα με τους ευεργέτες τους. Με τον τρόπο αυτό το έργο του Λωτρεαμόν έφτασε μέχρι τις μέρες μας, μια ακόμα τους πράξη που έδωσε πολλά στον κόσμο. Έτσι το γνωρίσαμε εμείς με τα δικά μας κοινωνικά ήθη και την δική μας εκδοχή του Αστικού Πνεύματος. Τα «Τραγούδια» ακόμα προκαλούν την ηθική του κόσμου και την διαστέλουν, προκειμένου να χωρέσει τα πάντα.

(αναδημοσιευμένο από simply life με άδεια του αρθρογράφου)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s